Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le palmier
[gender: masculine]
01
(درخت) نخل, درخت خرما
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
On trouve de nombreux palmiers dans les oasis du désert
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
(درخت) نخل, درخت خرما