Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le palier
01
προσγείωση, σκάλα προσγείωσης
plateforme entre deux volées d'escaliers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
paliers
Παραδείγματα
Il attend sur le palier du troisième étage.
Περιμένει στο πλατύσκαλο του τρίτου ορόφου.
02
επίπεδο, στάδιο
niveau ou étape dans une progression
Παραδείγματα
Nous avons atteint un palier important dans nos recherches.
Φτάσαμε σε ένα σημαντικό παλιέ στις έρευνές μας.



























