Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paisible
01
ειρηνικός, ήρεμος
qui est calme, sans agitation ni conflit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus paisible
συγκριτικός βαθμός
plus paisible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
paisible
αρσενικό πληθυντικό
paisibles
θηλυκό ενικό
paisible
θηλυκό πληθυντικό
paisibles
Παραδείγματα
Il a un caractère paisible et évite les conflits.
Έχει ήρεμο χαρακτήρα και αποφεύγει τις συγκρούσεις.



























