le pain
pain
pẽ
p
patin

Ορισμός και σημασία του "pain"στα γαλλικά

01

ψωμί

aliment fait avec de la farine et de l'eau, cuit au four 
le pain definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pains
Παραδείγματα
Je mange du pain avec du fromage. 

Τρώω ψωμί με τυρί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

copain
pain
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store