l'os
os
ɔs
aws
nocebossegossegloss

Ορισμός και σημασία του "os"στα γαλλικά

01

οστό, σκελετός

une partie dure du squelette qui soutient le corps et protège les organes 
l'os definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
os
Παραδείγματα
Le médecin a examiné l'os cassé. 

Ο γιατρός εξέτασε το σπασμένο κόκαλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store