Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
orienter
01
καθοδηγώ, προσανατολίζω
choisir une direction, un domaine ou une voie à suivre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
oriente
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
orientons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
orienterai
ενεστώτα μετοχή
orientant
παθητική μετοχή
orienté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
orientions
Παραδείγματα
Elle s'oriente vers une carrière médicale.
Αυτή προσανατολίζεται προς μια ιατρική καριέρα.
02
déterminer sa direction par rapport à des points de repère, trouver son chemin
Παραδείγματα
Il a utilisé une boussole pour s'orienter dans la forêt.



























