Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
orienter
01
καθοδηγώ, προσανατολίζω
choisir une direction, un domaine ou une voie à suivre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
oriente
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
orientons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
orienterai
ενεστώτα μετοχή
orientant
παθητική μετοχή
orienté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
orientions
Παραδείγματα
Mon frère s' oriente vers les études en droit.
Ο αδερφός μου προσανατολίζεται στις νομικές σπουδές.
02
déterminer sa direction par rapport à des points de repère, trouver son chemin
Παραδείγματα
Pour s' orienter en montagne, il faut connaître les points de repère.



























