l'orchidée
or
ɔʁ
awr
chidé
kid
kid
e
e
e
relâchersinistréluciditédéchaîné

Ορισμός και σημασία του "orchidée"στα γαλλικά

01

ορχιδέα, ορχιδέα

une plante à fleurs souvent colorées et élégantes, appartenant à la famille des Orchidaceae 
l'orchidée definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
orchidées
Παραδείγματα
L'orchidée de ma mère fleurit chaque printemps. 

Η ορχιδέα της μητέρας μου ανθίζει κάθε άνοιξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store