oral
oral
ɔʁal
awral
moralechorale

Ορισμός και σημασία του "oral"στα γαλλικά

01

προφορικός, λεκτικός

qui se fait ou se transmet par la parole 
oral definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
oral
αρσενικό πληθυντικό
oraux
θηλυκό ενικό
orale
θηλυκό πληθυντικό
orales
Παραδείγματα
L'examen oral aura lieu demain matin. 

Η προφορική εξέταση θα πραγματοποιηθεί αύριο το πρωί.

02

στοματικός, μέσω του στόματος

qui se prend par la bouche 
Παραδείγματα
Ce médicament est administré par voie orale. 

Αυτό το φάρμακο χορηγείται από το στόμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store