opérer
opérer
ɔpeʁe
awpere
obérer

Ορισμός και σημασία του "opérer"στα γαλλικά

opérer
01

χειρουργώ, πραγματοποιώ χειρουργική επέμβαση

pratiquer une intervention chirurgicale pour soigner une maladie ou une blessure 
opérer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
opère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
opérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
opérerai
ενεστώτα μετοχή
opérant
παθητική μετοχή
opéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
opérions
Παραδείγματα
Le chirurgien va opérer le patient demain matin. 

Ο χειρουργός θα χειρουργήσει τον ασθενή αύριο το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store