Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
opérer
01
χειρουργώ, πραγματοποιώ χειρουργική επέμβαση
pratiquer une intervention chirurgicale pour soigner une maladie ou une blessure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
opère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
opérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
opérerai
ενεστώτα μετοχή
opérant
παθητική μετοχή
opéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
opérions
Παραδείγματα
Le docteur opère toujours avec beaucoup de précision.
Ο γιατρός χειρουργεί πάντα με μεγάλη ακρίβεια.



























