Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'opération
01
επέμβαση, χειρουργική επέμβαση
une action ou un travail qu'on fait pour un but précis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
opérations
Παραδείγματα
L'opération a duré deux heures.
Η επέμβαση διήρκησε δύο ώρες.
02
εγχείρηση, χειρουργική επέμβαση
une intervention médicale faite par un médecin pour soigner un problème dans le corps
Παραδείγματα
Elle a eu une opération hier à l'hôpital.
Έκανε μια εγχείριση χθες στο νοσοκομείο.
03
πράξη, υπολογισμός
un calcul fait avec des nombres, comme addition ou multiplication
Παραδείγματα
L'addition est une opération simple.
Η πρόσθεση είναι μια απλή πράξη.



























