Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'opération
01
επέμβαση, χειρουργική επέμβαση
une action ou un travail qu'on fait pour un but précis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
opérations
Παραδείγματα
L' opération a été un succès total.
Η επέμβαση ήταν πλήρης επιτυχία.
02
εγχείρηση, χειρουργική επέμβαση
une intervention médicale faite par un médecin pour soigner un problème dans le corps
Παραδείγματα
Cette opération peut sauver sa vie.
Αυτή η εγχείρηση μπορεί να σώσει τη ζωή του.
03
πράξη, υπολογισμός
un calcul fait avec des nombres, comme addition ou multiplication
Παραδείγματα
Elle a réussi toutes les opérations de son examen.
Πέρασε όλες τις πράξεις στο διαγώνισμά της.



























