Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
opiniâtre
01
πεισματάρης, επίμονος
qui s'accroche à ses idées ou décisions malgré les obstacles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus opiniâtre
συγκριτικός βαθμός
plus opiniâtre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
opiniâtre
αρσενικό πληθυντικό
opiniâtres
θηλυκό ενικό
opiniâtre
θηλυκό πληθυντικό
opiniâtres
Παραδείγματα
Il est opiniâtre et ne change jamais d'avis.
Είναι πεισματάρης και δεν αλλάζει ποτέ γνώμη.
02
πεισματάρης, επίμονος
qui persiste avec détermination dans une action ou un but
Παραδείγματα
Il est opiniâtre dans son travail et ne laisse rien au hasard.
Είναι πεισματάρης στη δουλειά του και δεν αφήνει τίποτα στην τύχη.
03
χρόνιος, πεισματάρης
qui persiste de manière prolongée ou durable, souvent de façon négative
Παραδείγματα
Une douleur opiniâtre affecte sa vie quotidienne.
Ένας πεισματάρης πόνος επηρεάζει την καθημερινή του ζωή.



























