l'opale
Pronunciation
/ɔpˈal/

Ορισμός και σημασία του "opale"στα γαλλικά

L'opale
[gender: feminine]
01

οπάλι, πέτρα οπάλι

pierre précieuse qui reflète des couleurs variées grâce à son jeu d'opalescence
l'opale definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
opales
Παραδείγματα
Il collectionne les opales rares.
Συλλέγει σπάνιους οπάλους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store