Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'opale
01
οπάλι, πέτρα οπάλι
pierre précieuse qui reflète des couleurs variées grâce à son jeu d'opalescence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
opales
Παραδείγματα
La bague est sertie d'une opale multicolore.
Το δαχτυλίδι είναι διακοσμημένο με ένα πολύχρωμο οπάλι.



























