l'opale
o
ɔ
aw
pale
pal
pal
ovale

Ορισμός και σημασία του "opale"στα γαλλικά

01

οπάλι, πέτρα οπάλι

pierre précieuse qui reflète des couleurs variées grâce à son jeu d'opalescence 
l'opale definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
opales
Παραδείγματα
La bague est sertie d'une opale multicolore. 

Το δαχτυλίδι είναι διακοσμημένο με ένα πολύχρωμο οπάλι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store