ondulé
Pronunciation
/ɔ̃dyle/

Ορισμός και σημασία του "ondulé"στα γαλλικά

01

κυματιστός, κυρτός

cheveux ni raides ni bouclés, présentant des ondulations naturelles
ondulé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ondulé
συγκριτικός βαθμός
plus ondulé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ondulé
αρσενικό πληθυντικό
ondulés
θηλυκό ενικό
ondulée
θηλυκό πληθυντικό
ondulées
Παραδείγματα
Les cheveux ondulés donnent un aspect naturel et décontracté.
Τα κυματιστά μαλλιά δίνουν μια φυσική και χαλαρή εμφάνιση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store