Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'omelette
[gender: feminine]
01
ομελέτα, αυγά τηγανητά
plat à base d'œufs battus, cuits à la poêle, nature ou garnis (fromage, légumes, herbes, etc.)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
omelettes
Παραδείγματα
L' omelette est un plat simple et rapide à préparer.
Η ομελέτα είναι ένα απλό και γρήγορο πιάτο για προετοιμασία.



























