odieux
o
ɔ
aw
dieux
djø
dyeu
boueuxessieumieuxmathieu

Ορισμός και σημασία του "odieux"στα γαλλικά

01

μίσος, αποκρουστικός

qui inspire une forte aversion ou dégoût 
odieux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus odieux
συγκριτικός βαθμός
plus odieux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
odieux
αρσενικό πληθυντικό
odieux
θηλυκό ενικό
odieuse
θηλυκό πληθυντικό
odieuses
Παραδείγματα
Son comportement odieux a choqué tout le monde. 

Η μιαρή συμπεριφορά του σόκαρε όλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store