l'obésité
obé
ɔbe
awbe
sité
zite
zite

Ορισμός και σημασία του "obésité"στα γαλλικά

01

παχυσαρκία, υπέρβαρο

état d'excès de masse corporelle, souvent causé par une alimentation trop riche et un manque d'activité physique, pouvant nuire à la santé 
l'obésité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'obésité augmente le risque de maladies cardiovasculaires. 

Η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store