Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
objectif
01
αντικειμενικός, αμερόληπτος
qui ne se laisse pas influencer par des préjugés ou des émotions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus objectif
συγκριτικός βαθμός
plus objectif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
objectif
αρσενικό πληθυντικό
objectifs
θηλυκό ενικό
objective
θηλυκό πληθυντικό
objectives
Παραδείγματα
Un journaliste doit rester objectif dans ses reportages.
Ένας δημοσιογράφος πρέπει να παραμένει αντικειμενικός στις αναφορές του.
02
συγκεκριμένος, αντικειμενικός
qui existe indépendamment de la pensée et peut être observé
Παραδείγματα
Les scientifiques recherchent des preuves objectives.
Οι επιστήμονες αναζητούν αντικειμενικές αποδείξεις.
L'objectif
01
στόχος, σκοπός
but à atteindre ou résultat souhaité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
objectifs
Παραδείγματα
L'objectif principal est d'améliorer la qualité.
Ο κύριος στόχος είναι η βελτίωση της ποιότητας.
02
φακός, φακός
système optique d'un appareil photo ou d'une caméra
Παραδείγματα
J'ai acheté un objectif grand-angle pour mon appareil.
Αγόρασα ένα φακό ευρέος γωνίας για την κάμερά μου.



























