le nœud
nœud
neu
émeuceuxyeuxdeux

Ορισμός και σημασία του "nœud"στα γαλλικά

01

κόμπος, δέσιμο

entrelacement de matière qui permet de fixer, attacher ou décorer 
le nœud definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
nœuds
Παραδείγματα
Elle a fait un nœud autour du paquet cadeau. 

Έκανε ένα κόμπο γύρω από το δέμα του δώρου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store