le négligent
nég
neg
νεγκ
li
li
λι
gent
ʒɑ̃
ζα

Ορισμός και σημασία του "négligent"στα γαλλικά

01

απρόσεκτος, αμελής

qui ne fait pas attention aux détails ou aux responsabilités 
le négligent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
négligents
αρσενικό ενικό
négligent
θηλυκό ενικό
négligente
neutral form
personne négligente
Παραδείγματα
Le salarié négligent oublie souvent ses tâches. 

Ο απρόσεκτος υπάλληλος συχνά ξεχνά τις εργασίες του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store