Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le négligent
01
απρόσεκτος, αμελής
qui ne fait pas attention aux détails ou aux responsabilités
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
négligents
Παραδείγματα
Le médecin négligent a oublié d' écrire l' ordonnance.
Ο απρόσεκτος γιατρός ξέχασε να γράψει τη συνταγή.



























