Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
négatif
01
αρνητικός, απαισιόδοξος
qui reflète un état d'esprit pessimiste ou critique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus négatif
συγκριτικός βαθμός
plus négatif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
négatif
αρσενικό πληθυντικό
négatifs
θηλυκό ενικό
négative
θηλυκό πληθυντικό
négatives
Παραδείγματα
Elle a une attitude négative face aux difficultés.
Έχει μια αρνητική στάση απέναντι στις δυσκολίες.
02
αρνητικός, αρνητικός
qui montre que quelque chose n'est pas présent, ou un test/diagnostic qui ne révèle rien
Παραδείγματα
Le test est négatif pour le virus.
Η εξέταση είναι αρνητική για τον ιό.
Le négatif
01
αρνητικό, αρνητική εικόνα
image ou résultat dans lequel les couleurs ou les valeurs sont inversées, ou charge électrique inverse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
négatifs
Παραδείγματα
Le négatif de la photo est conservé au laboratoire.
Το αρνητικό της φωτογραφίας διατηρείται στο εργαστήριο.



























