Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La nuée
[gender: feminine]
01
σμήνος, σύννεφο
masse compacte d'animaux volants, en particulier des oiseaux ou des insectes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
nuées
Παραδείγματα
Une nuée de corbeaux s' est posée sur les arbres.
Ένα σμήνος από κοράκια κάθισε στα δέντρα.



























