les nouilles

Ορισμός και σημασία του "nouilles"στα γαλλικά

Les nouilles
[gender: feminine]
01

ζυμαρικά, νουντλς

pâte alimentaire fine et longue, utilisée dans de nombreux plats
les nouilles definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
nouilles
Παραδείγματα
Les nouilles maison sont souvent plus tendres.
Τα σπιτικά ζυμαρικά είναι συχνά πιο τρυφερά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store