nouer
nouer
ne
νε
noyernoter

Ορισμός και σημασία του "nouer"στα γαλλικά

01

برقرار کردن , -

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
nouant
παθητική μετοχή
noué
Παραδείγματα
Il veut nouer des contacts sociaux. 
02

se contracter sous l'effet de la peur, de l'angoisse ou d'une autre émotion forte 

Παραδείγματα
Son estomac s'est noué de peur. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store