nonchalant
nonchalant
nɔ̃ʃalɑ̃
nawshalaa

Ορισμός και σημασία του "nonchalant"στα γαλλικά

nonchalant
01

αδιάφορος, αμέριμνος

qui montre peu d'enthousiasme ou d'intérêt, avec une attitude détendue 
nonchalant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus nonchalant
συγκριτικός βαθμός
plus nonchalant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nonchalant
αρσενικό πληθυντικό
nonchalants
θηλυκό ενικό
nonchalante
θηλυκό πληθυντικό
nonchalantes
θεματικό πεδίο
comportement, attitude, émotion
Παραδείγματα
Il a répondu d'un ton nonchalant. 

Απάντησε με αδιάφορο τόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nonchalant
nonchal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store