Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le nombre
01
αριθμός, ψηφίο
un mot, un symbole ou une valeur mathématique servant à exprimer une quantité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
nombres
Παραδείγματα
Le nombre de participants est limité.
Ο αριθμός των συμμετεχόντων είναι περιορισμένος.



























