le neurone
Pronunciation
/nøʀɔn/

Ορισμός και σημασία του "neurone"στα γαλλικά

Le neurone
[gender: masculine]
01

νευρώνας, νευρικό κύτταρο

cellule spécialisée du système nerveux qui transmet les signaux électriques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
neurones
Παραδείγματα
Un neurone peut générer des milliers de connexions avec d' autres neurones.
Ένας νευρώνας μπορεί να δημιουργήσει χιλιάδες συνδέσεις με άλλους νευρώνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store