la nationalisation
nationalisation
nasjɔnalizasjɔ̃
nasyawnalizasyaw

Ορισμός και σημασία του "nationalisation"στα γαλλικά

La nationalisation
01

εθνικοποίηση, κρατικοποίηση

action de transférer une entreprise ou un secteur privé à l'État 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
nationalisations
Παραδείγματα
La nationalisation des chemins de fer a eu lieu dans les années 1940. 

Η εθνικοποίηση των σιδηροδρόμων πραγματοποιήθηκε στη δεκαετία του 1940.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nationalisation
nationalise
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store