natif
na
na
να
tif
tif
τιφ

Ορισμός και σημασία του "natif"στα γαλλικά

01

γηγενής, εγγενής

qui est dans un lieu particulier ou appartient à une communauté depuis la naissance 
natif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
natif
αρσενικό πληθυντικό
natifs
θηλυκό ενικό
native
θηλυκό πληθυντικό
natives
θεματικό πεδίο
origine, identité, géographie
Παραδείγματα
Il est natif de Paris et connaît bien la ville. 

Είναι γηγενής του Παρισιού και γνωρίζει καλά την πόλη.

02

γηγενής, αυτόχθων

qui est originaire d'un lieu spécifique, non introduit de l'extérieur 
Παραδείγματα
Cette plante natif pousse uniquement dans les montagnes. 

Αυτό το ιθαγενές φυτό αναπτύσσεται μόνο στα βουνά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store