Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
natif
01
γηγενής, εγγενής
qui est né dans un lieu particulier ou appartient à une communauté depuis la naissance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
natif
αρσενικό πληθυντικό
natifs
θηλυκό ενικό
native
θηλυκό πληθυντικό
natives
Παραδείγματα
Il reste natif de son village malgré les années passées à l' étranger.
Παραμένει γηγενής του χωριού του παρά τα χρόνια που πέρασε στο εξωτερικό.
02
γηγενής, αυτόχθων
qui est originaire d'un lieu spécifique, non introduit de l'extérieur
Παραδείγματα
Les animaux natifs de cette région s' adaptent bien au climat local.
Τα ιθαγενή ζώα αυτής της περιοχής προσαρμόζονται καλά στο τοπικό κλίμα.



























