nasal

Ορισμός και σημασία του "nasal"στα γαλλικά

01

ρινικός, ρινικός

relatif au nez
nasal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nasal
αρσενικό πληθυντικό
nasaux
θηλυκό ενικό
nasale
θηλυκό πληθυντικό
nasales
Παραδείγματα
Certains sons dans la langue française sont produits de manière nasale.
Μερικοί ήχοι στη γαλλική γλώσσα παράγονται με ρινικό τρόπο.

Λεξικό Δέντρο

nasal
nose
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store