Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le narrateur
01
αφηγητής, διηγητής
celui qui raconte un récit, dans la vie réelle ou dans une œuvre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
narrateurs
αρσενικό ενικό
narrateur
θηλυκό ενικό
narratrice
neutral form
raconteur
Παραδείγματα
Le narrateur décrit son enfance avec tendresse.
Ο αφηγητής περιγράφει την παιδική του ηλικία με τρυφερότητα.
LanGeek



























