la narine
narine
naʁɪn
narin
farine

Ορισμός και σημασία του "narine"στα γαλλικά

01

ρινική τρύπα, μυκτήρας

ouverture du nez par laquelle l'air entre et sort 
la narine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
narines
Παραδείγματα
L'air passe par chaque narine pour respirer. 

Ο αέρας περνά από κάθε ρινικό άνοιγμα για να αναπνεύσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store