Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La nageoire
01
πτερύγιο, πτερύγιο κολύμβησης
partie plate et souple du corps d'un poisson ou d'un animal marin servant à nager ou à se diriger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
nageoires
Παραδείγματα
Le requin a une grande nageoire dorsale.
Ο καρχαρίας έχει ένα μεγάλο ραχιαίο πτερύγιο.



























