la mésaventure
Pronunciation
/mezavɑ̃tyʀ/

Ορισμός και σημασία του "mésaventure"στα γαλλικά

La mésaventure
[gender: feminine]
01

ατυχία, αποτυχημένη περιπέτεια

événement fâcheux ou désagréable, souvent inattendu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mésaventures
Παραδείγματα
Une simple mésaventure peut gâcher tout un voyage.
Ένα απλό mésaventure μπορεί να καταστρέψει ένα ολόκληρο ταξίδι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store