la saventure
me
με
sa
za
ζα
ven
vɑ̃
βα
ture
tyʁ
τυρ

Ορισμός και σημασία του "mésaventure"στα γαλλικά

La mésaventure
01

ατυχία, αποτυχημένη περιπέτεια

événement fâcheux ou désagréable, souvent inattendu 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mésaventures
Παραδείγματα
Sa mésaventure en montagne lui a appris à mieux se préparer. 

Η ατυχής περιπέτειά του στο βουνό του έμαθε να προετοιμάζεται καλύτερα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store