méprisant
mép
mep
μεπ
ri
ʁi
ρι
sant
zɑ̃
ζα
médisant

Ορισμός και σημασία του "méprisant"στα γαλλικά

méprisant
01

περιφρονητικός, απαξιωτικός

qui montre du dédain ou du mépris envers quelqu'un ou quelque chose 
méprisant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus méprisant
συγκριτικός βαθμός
plus méprisant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
méprisant
αρσενικό πληθυντικό
méprisants
θηλυκό ενικό
méprisante
θηλυκό πληθυντικό
méprisantes
θεματικό πεδίο
attitude, émotion, comportement
Παραδείγματα
Il a un regard méprisant quand il parle aux débutants. 

Έχει ένα περιφρονητικό βλέμμα όταν μιλάει σε αρχάριους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store