Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
méprisant
01
περιφρονητικός, απαξιωτικός
qui montre du dédain ou du mépris envers quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus méprisant
συγκριτικός βαθμός
plus méprisant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
méprisant
αρσενικό πληθυντικό
méprisants
θηλυκό ενικό
méprisante
θηλυκό πληθυντικό
méprisantes
Παραδείγματα
Il a été jugé méprisant par ses collègues pour son comportement.
Κρίθηκε περιφρονητικός από τους συναδέλφους του για τη συμπεριφορά του.



























