la ménagère
ménagère
menaʒaɛ̯ʁ
menazhaer

Ορισμός και σημασία του "ménagère"στα γαλλικά

01

οικοκυρά, νοικοκυρά

femme qui s'occupe de la maison et des tâches domestiques 
la ménagère definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ménagères
Παραδείγματα
La ménagère prépare le repas tous les jours. 

Η νοικοκυρά ετοιμάζει το γεύμα κάθε μέρα.

ménagère
01

οικιακός, οικιακών εργασιών

relatif à la maison et aux tâches domestiques 
ménagère definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ménager
αρσενικό πληθυντικό
ménagers
θηλυκό ενικό
ménagère
θηλυκό πληθυντικό
ménagères
Παραδείγματα
Les tâches ménagères doivent être partagées entre tous les habitants. 

Οι οικιακές εργασίες πρέπει να μοιράζονται μεταξύ όλων των κατοίκων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store