Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mémoire
01
μνήμη, ανάμνηση
la capacité de retenir et de se rappeler des informations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Sa mémoire est très bonne pour les dates.
Η μνήμη του είναι πολύ καλή για τις ημερομηνίες.
02
διπλωματική εργασία, διατριβή
un travail écrit de recherche, souvent demandé pour un diplôme universitaire
Παραδείγματα
Elle prépare son mémoire de master.
Προετοιμάζει τη διπλωματική της εργασία για το μεταπτυχιακό.
03
τιμολόγιο, λογαριασμός
un document qui détaille les sommes à payer ou à recevoir
Παραδείγματα
J'ai reçu le mémoire pour les services rendus.
Έλαβα το υπόμνημα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες.



























