Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
méfier
01
δεν εμπιστεύομαι, υποψιάζομαι
ne pas faire confiance à quelqu'un ou quelque chose, être prudent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
méfie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
méfions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
méfierai
ενεστώτα μετοχή
méfiant
παθητική μετοχή
méfié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
méfiions
Παραδείγματα
Nous nous méfions de cette nouvelle offre.
Διστάζουμε με αυτή τη νέα προσφορά.



























