méfier
méf
mef
mef
ier
je
ye
métier

Ορισμός και σημασία του "méfier"στα γαλλικά

méfier
01

δεν εμπιστεύομαι, υποψιάζομαι

ne pas faire confiance à quelqu'un ou quelque chose , être prudent 
méfier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
méfie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
méfions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
méfierai
ενεστώτα μετοχή
méfiant
παθητική μετοχή
méfié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
méfiions
Παραδείγματα
Je me méfie de ses intentions. 

Δυσπιστώ για τις προθέσεις του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store