Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
méduser
01
καταπλήσσω, εκπλήσσω
surprendre ou stupéfier quelqu'un au point de le laisser immobile
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
méduse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
médusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
méduserai
ενεστώτα μετοχή
médusant
παθητική μετοχή
médusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
médusions
Παραδείγματα
Cette révélation a médusé toute la famille.



























