duser
me
me
du
dy
dy
ser
ze
ze
baraquéaffoleramarrerflatter

Ορισμός και σημασία του "méduser"στα γαλλικά

méduser
01

καταπλήσσω, εκπλήσσω

surprendre ou stupéfier quelqu'un au point de le laisser immobile 
méduser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
méduse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
médusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
méduserai
ενεστώτα μετοχή
médusant
παθητική μετοχή
médusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
médusions
Παραδείγματα
La performance du magicien a médusé le public. 

Η παράσταση του μάγου κατέπληξε το κοινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store