Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
méditerranéen
01
μεσογειακός, μεσογειακή
relatif à la mer Méditerranée ou aux régions voisines
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
méditerranéen
αρσενικό πληθυντικό
méditerranéens
θηλυκό ενικό
méditerranéenne
θηλυκό πληθυντικό
méditerranéennes
Παραδείγματα
Les olives sont typiques de la cuisine méditerranéenne.
Οι ελιές είναι χαρακτηριστικές της μεσογειακής κουζίνας.



























