Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La méditation
01
διαλογισμός, στοχασμός
pratique mentale consistant à se concentrer , réfléchir profondément ou atteindre un état de calme intérieur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La méditation quotidienne aide à réduire le stress.
Η καθημερινή διαλογισμός βοηθά στη μείωση του άγχους.
02
διαλογισμός, βαθιά σκέψη
réflexion profonde et attentive sur un sujet ou une idée
Παραδείγματα
La méditation sur sa vie l'a aidé à prendre une décision.
Ο διαλογισμός για τη ζωή του τον βοήθησε να πάρει μια απόφαση.



























