Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mâcher
01
μασάω, αλέθω με τα δόντια
réduire la nourriture en petits morceaux avec les dents avant de l'avaler
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mâche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mâchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mâcherai
παθητική μετοχή
mâché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mâchions
Παραδείγματα
Il mâche son pain lentement.
Μασάει το ψωμί του αργά.
02
αλέθω, τρίβω
broyer ou fragmenter en morceaux fins et uniformes
Παραδείγματα
La machine mâche le café en particules fines.
Η μηχανή αλέθει τον καφέ σε λεπτά σωματίδια.



























