cher
maa
cher
ʃe
she
mâchefer

Ορισμός και σημασία του "mâcher"στα γαλλικά

mâcher
01

μασάω, αλέθω με τα δόντια

réduire la nourriture en petits morceaux avec les dents avant de l'avaler 
mâcher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mâche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mâchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mâcherai
παθητική μετοχή
mâché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mâchions
Παραδείγματα
Il mâche son pain lentement. 

Μασάει το ψωμί του αργά.

02

αλέθω, τρίβω

broyer ou fragmenter en morceaux fins et uniformes 
Παραδείγματα
La machine mâche le café en particules fines. 

Η μηχανή αλέθει τον καφέ σε λεπτά σωματίδια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store