Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le mystère
[gender: masculine]
01
μυστήριο, αίνιγμα
quelque chose qu'on ne comprend pas ou qu'on ne peut pas expliquer
Παραδείγματα
Le succès de cette danseuse reste un mystère.
Η επιτυχία αυτής της χορεύτριας παραμένει ένα μυστήριο.
02
αινιγματική ιστορία, αστυνομικό μυθιστόρημα
histoire fondée sur une énigme ou un crime à résoudre
Παραδείγματα
Le spectacle combine humour et mystère.
Η παράσταση συνδυάζει χιούμορ και μυστήριο.



























