le muscle
muscle
mʏskl
muskl

Ορισμός και σημασία του "muscle"στα γαλλικά

01

μυς, μυς

tissu du corps qui permet le mouvement en se contractant 
le muscle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
muscles
Παραδείγματα
Il travaille ses muscles à la salle de sport. 

Εργάζεται τους μύες του στο γυμναστήριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store