Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mousser
01
αφρίζω, δημιουργώ αφρό
former des bulles ou de la mousse, généralement dans un liquide comme une boisson ou une préparation culinaire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mousse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
moussons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mousserai
παθητική μετοχή
moussé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
moussions
Παραδείγματα
Il fait mousser la sauce pour obtenir une texture légère.
Αφρίζει τη σάλτσα για να επιτύχει ελαφριά υφή.



























