mousser
mou
moo
sser
se
se
poussertousserglousser

Ορισμός και σημασία του "mousser"στα γαλλικά

mousser
01

αφρίζω, δημιουργώ αφρό

former des bulles ou de la mousse, généralement dans un liquide comme une boisson ou une préparation culinaire 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mousse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
moussons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mousserai
παθητική μετοχή
moussé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
moussions
Παραδείγματα
Elle fait mousser le lait pour préparer le cappuccino. 

Αυτή αφρίζει το γάλα για να ετοιμάσει τον καπουτσίνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store