Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La moulure
01
συντομοποίηση, συντόμευση
réduction ou modification apportée à un mot ou à une phrase pour en corriger ou abréger la forme
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
moulures
Παραδείγματα
La moulure grammaticale est courante dans la langue parlée.
Η γραμματική moulure είναι κοινή στην προφορική γλώσσα.
02
γείσο, διακοσμητική λωρίδα
décoration en relief ou profilée appliquée sur un mur, une porte, un meuble ou une colonne
Παραδείγματα
L' architecte a dessiné des moulures élégantes pour le hall d' entrée.
Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε κομψά γύψινα για το χώρο εισόδου.



























