le moulage

Ορισμός και σημασία του "moulage"στα γαλλικά

01

χύτευση, πλαστική

action de verser ou presser un matériau (plâtre, métal, résine, plastique, etc.) dans un moule pour obtenir une forme précise
le moulage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
moulages
Παραδείγματα
Le moulage en silicone permet de reproduire des formes complexes.
Το χύτευση σε σιλικόνη επιτρέπει την αναπαραγωγή σύνθετων σχημάτων.
02

χυτευμένο κομμάτι, χυτευμένο σχήμα

pièce ou forme réalisée à partir d'un moule
Παραδείγματα
Ce moulage en plâtre a été peint à la main.
Αυτό το καλούπι από γύψο ζωγραφίστηκε με το χέρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store