Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La moufle
01
γάντι, μανόλα
gant qui garde les doigts ensemble sauf le pouce, utilisé pour protéger du froid intense
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
moufles
Παραδείγματα
Elle met une moufle en laine quand il neige.
Βάζει ένα γάντι από μαλλί όταν χιονίζει.
02
πολυτροχιλικό μπλοκ, τακλ
dispositif composé de plusieurs poulies permettant de soulever ou de déplacer de lourdes charges avec moins d'effort
Παραδείγματα
La moufle permet de soulever des charges très lourdes.
Το τροχαλία επιτρέπει την ανύψωση πολύ βαρέων φορτίων.



























