le morse
morse
mɔʁs
mawrs
mornemoïsemorvemorose

Ορισμός και σημασία του "morse"στα γαλλικά

01

θαλάσσιος ίππος, θαλάσσιος ελέφαντας

grand mammifère marin de l'Arctique, avec deux longues défenses et une peau épaisse, proche du phoque 
le morse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
morses
Παραδείγματα
Le morse utilise ses défenses pour grimper sur la glace. 

Ο θαλάσσιος ίππος χρησιμοποιεί τα χαυλιόδοντά του για να ανέβει στον πάγο.

02

κώδικας Μορς, αλφάβητο Μορς

système de signaux formé de points et de traits utilisé pour transmettre des messages à distance 
Παραδείγματα
Le code morse a été inventé au XIXe siècle. 

Ο κώδικας Μορς εφευρέθηκε τον 19ο αιώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store