Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le mollusque
[gender: masculine]
01
μαλάκιο, ασπόνδυλο με μαλακό σώμα
animal invertébré souvent à corps mou et parfois protégé par une coquille
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mollusques
Παραδείγματα
Certains mollusques produisent des perles.
Ορισμένα μαλάκια παράγουν μαργαριτάρια.
02
αδύναμος, ανίκανος
personne faible, incapable ou sans énergie
Παραδείγματα
Ne soyez pas un mollusque, relevez le défi !
Μην είσαι μαλάκιο, αποδέξου την πρόκληση!



























